Από τις υποκλίσεις στις απελάσεις …

Ένα από τα πρώτα ταξίδια του Αλέξη Τσίπρας όταν έγινε πρωθυπουργός ήταν τον Απρίλιο του 2015 στην Ρωσία. Ένα ταξίδι άνευ νοήματος πλην του επικοινωνιακού ότι με την νέα αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Οι καλές σχέσεις της κυβέρνησης με την Ρωσία είχαν επισημανθεί από το δημοσίευμα των Financial Times για την πρόσκληση  του Νίκου Κοτζιά στον  Αλεξάντερ Ντούγκιν το 2013 στο Πανεπιστήμιο Πειραιά αλλά και αποθανατιστεί με την υπόκλιση του Παναγιώτη Λαφαζάνη στον εκπρόσωπο της Gazprom Αλεξέι Μίλερ. Η σχέση Ελλάδας, Ρωσίας άλλωστε ερχόταν εύκολη αφού πολλά στελέχη της κυβέρνησης πρώτης φοράς αριστερά ήταν πρώην μέλη της ΚΝΕ και του ΚΚΕ και είχαν μεγαλώσει πιστεύοντας σχεδόν θρησκευτικά ότι ο κομουνισμός είναι στο DNA των Ρώσων. 

Η Ελλάδα θα πλήρωνε την φιλορωσική γραμμή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Με το ουκρανικό στην επικαιρότητα τον Ιανουάριο του 2015 ο  Μάρτιν Σουλτς δήλωνε ««Δεν μπορείς από τη μια πλευρά να απαιτείς από την Ευρώπη να δείξει ενότητα και από την άλλη να σπας την κοινή ευρωπαϊκή γραμμή…».  Οι Sunday Times αποκαλούσαν την Ελλάδα Δούρειο Ιππο του Πούτιν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο συριζαίικος Τύπος όμως θυμόταν τις παραδοσιακές σχέσεις Ελλάδας Ξανθού Γένους (ο αντιπολιτευτικός θυμόταν τα ορλοφικά), υποσχόταν εκατοντάδες οχήματα δωρεάν για τον εξοπλισμό των ΜΟΜΑ και προέβλεπε μια αιώνια συμμαχία. Τι συνέβη λοιπόν και από τις μέρες κρασιού και λουλουδιών του 2015 σήμερα δύο ρώσοι διπλωμάτες απελαύνονται από την Ελλάδα και σε άλλους δύο απαγορεύεται η είσοδος στο μέλλον ; 

Η απλούστερη απάντηση είναι αυτό που είπε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος. Επειδή παρανόμησαν. Επειδή η κυβέρνηση «δεν είναι δυνατόν να αποδέχεται συμπεριφορές που δεν δείχνουν σεβασμό στο ελληνικό κράτος». Εδώ όμως δεν έχουμε μια κυβέρνηση μημουάπτου. Έχουμε μια κυβέρνηση που αν χρειαστεί κάνει τα στραβά μάτια, όπως είχε κάνει στην περίπτωση του βενεζουελανού πρέσβη που έβαζε χέρι στις υπαλλήλους του. Εκτός αν θεωρήσουμε ότι το θέμα του βενεζουελάνικου χεριού είναι minor. Οπότε μπορούμε να πάμε στην περίπτωση των απελάσεων μετά την υπόθεση Σκριπάλ, που όπως η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται  ακολούθησε διαφορετική γραμμή από την υπόλοιπη Ευρώπη. Κάτι υπάρχει λοιπόν σημαντικότερο για τις απελάσεις. Το οποίο δεν είναι φυσικά η προσπάθεια χρηματισμού  κρατικών λειτουργών – έσταξε η ουρά του γαϊδάρου – ή η προσπάθεια παραβίασης της κυριαρχίας της χώρας και του Διεθνούς Δικαίου. Κάτι αστείο για  μια κυβέρνηση που στηρίζει την δικτατορία του Μαδούρο στην Βενεζουέλα. Το θέμα είναι η  Αυτοκρατορική Ορθόδοξη Παλαιστινιακή Ένωση και η «παροχή υλικών και χρηματικών κινήτρων επιχειρούν να επηρεάσουν δήμους και μητροπολίτες, αλλά και να αποκτήσουν επιρροή στο Άγιον Όρος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την απρόσκοπτη άσκηση κυριαρχίας επί της ελληνικής επικράτειας από το ελληνικό κράτος». Το ερώτημα είναι πόσο στενά αυτό συνδέεται με τις πρόσφατα ψυχρές σχέσεις της κυβέρνησης με τον Ιβάν Σαββίδη και πόσο αυτό συνδέεται με τα  συλλαλητήρια για την Μακεδονία.

Τι δηλαδή ανέχθηκε η κυβέρνηση με την ελπίδα ότι θα συγκροτηθεί ένας εθνικιστικός δεξιός πόλος που θα κόψει ψήφους από την ΝΔ και πόσο αυτή η προσπάθεια ξέφυγε με αποτέλεσμα ανεξέλεγκτα παιχνίδια. Για να το κάνω απλό. Τι ζητούσαν οι ρώσοι διπλωμάτες, ποιοι ήταν οι μητροπολίτες, στρατιωτικοί και δήμαρχοι, τι ζητείτο και ποια τα ρωσικά συμφέροντα που  προωθούντο στην περιοχή των Βαλκανίων. Μιλάμε για στρατιωτικούς, που στην περίπτωση τους πρέπει να έχουν ληφθεί έγγραφες καταθέσεις και μια υπόθεση που η κυβέρνηση ωφείλει να εξηγήσει.

 Του Αντώνη Πανούτσου στο Liberal.gr

Advertisements